heizen
heizen
haɪ̯t͡sn
haitsn
heilenhetzenheißen

Ορισμός και σημασία του "heizen"στα γερμανικά

heizen
01

θερμαίνω, ζεσταίνω

Wärme erzeugen oder einen Raum warm machen 
heizen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
heize
γ΄ ενικό πρόσωπο
heizt
ενεστώτα μετοχή
heizend
απλός αόριστος
heizte
παθητική μετοχή
geheizt
Παραδείγματα
Im Winter heizen wir das Haus mit dem Ofen. 

Το χειμώνα, θερμαίνουμε το σπίτι με τη σόμπα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store