Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
heizen
01
θερμαίνω, ζεσταίνω
Wärme erzeugen oder einen Raum warm machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
heize
γ΄ ενικό πρόσωπο
heizt
ενεστώτα μετοχή
heizend
απλός αόριστος
heizte
παθητική μετοχή
geheizt
Παραδείγματα
Im Winter heizen wir das Haus mit dem Ofen.
Το χειμώνα, θερμαίνουμε το σπίτι με τη σόμπα.
LanGeek



























