heizen
Pronunciation
/ˈhaɪ̯tsən/

Ορισμός και σημασία του "heizen"στα γερμανικά

heizen
01

θερμαίνω, ζεσταίνω

Wärme erzeugen oder einen Raum warm machen
heizen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
heize
γ΄ ενικό πρόσωπο
heizt
ενεστώτα μετοχή
heizend
απλός αόριστος
heizte
παθητική μετοχή
geheizt
Παραδείγματα
Das Feuer im Kamin heizt den Raum angenehm.
Η φωτιά στο τζάκι ζεσταίνει ευχάριστα το δωμάτιο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store