Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Heiterkeit
01
ευθυμία, κέφι
Heiterkeit: Zustand unbeschwerter, gelöster Fröhlichkeit, der sich in Worten, Verhalten oder Stimmung zeigt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Heiterkeit
Παραδείγματα
Seine Heiterkeit macht alle glücklich.
Η ευθυμία του κάνει όλους ευτυχισμένους.



























