Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Heiterkeit
[gender: feminine]
01
ευθυμία, κέφι
Heiterkeit: Zustand unbeschwerter, gelöster Fröhlichkeit, der sich in Worten, Verhalten oder Stimmung zeigt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Heiterkeit
Παραδείγματα
In seinen Texten verbindet er Heiterkeit mit feinem Humor und tiefem Verständnis für Menschen.
Στα κείμενά του, συνδυάζει την ευθυμία με λεπτό χιούμορ και βαθιά κατανόηση των ανθρώπων.



























