Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Heimweh
[gender: neuter]
01
νοσταλγία, λαχτάρα για το σπίτι
Das traurige Gefühl, weil man fern von Zuhause ist
Παραδείγματα
Das Heimweh wurde mit jedem Tag stärker.
Η νοσταλγία για το σπίτι γινόταν πιο δυνατή κάθε μέρα.


























