das Heimweh
Pronunciation
/ˈhaɪ̯mˌveː/

Ορισμός και σημασία του "heimweh"στα γερμανικά

01

νοσταλγία, λαχτάρα για το σπίτι

Das traurige Gefühl, weil man fern von Zuhause ist
das Heimweh definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Heimweh(e)s
Παραδείγματα
Das Heimweh wurde mit jedem Tag stärker.
Η νοσταλγία για το σπίτι γινόταν πιο δυνατή κάθε μέρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store