Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Heilmethode
01
eine Methode, mit der eine Krankheit oder Beschwerden behandelt oder geheilt werden sollen , -
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Heilmethode
πληθυντικός τύπος
Heilmethoden
Παραδείγματα
Der Arzt erklärte dem Patienten eine neue Heilmethode.
Λεξικό Δέντρο
heilmethode
heil
methode



























