Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
heilen
01
θεραπεύομαι, ιατρεύομαι
Gesund werden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
heile
γ΄ ενικό πρόσωπο
heilt
ενεστώτα μετοχή
heilend
απλός αόριστος
heilte
παθητική μετοχή
geheilt
Παραδείγματα
Die Verbrennung heilt von alleine in 2 Wochen.
Το έγκαυμα θεραπεύεται μόνο του σε 2 εβδομάδες.
02
θεραπεύω, γιατρεύω
Jemanden oder etwas gesund machen
Παραδείγματα
Der Arzt heilt den Patienten.
Ο γιατρός θεραπεύει τον ασθενή.



























