heilen
heilen
haɛ̯lɐn
haeln
heizenheulenheißen

Ορισμός και σημασία του "heilen"στα γερμανικά

heilen
01

θεραπεύομαι, ιατρεύομαι

Gesund werden 
heilen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
heile
γ΄ ενικό πρόσωπο
heilt
ενεστώτα μετοχή
heilend
απλός αόριστος
heilte
παθητική μετοχή
geheilt
Παραδείγματα
Die Verbrennung heilt von alleine in 2 Wochen. 

Το έγκαυμα θεραπεύεται μόνο του σε 2 εβδομάδες.

02

θεραπεύω, γιατρεύω

Jemanden oder etwas gesund machen 
heilen definition and meaning
Παραδείγματα
Der Arzt heilt den Patienten. 

Ο γιατρός θεραπεύει τον ασθενή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store