heilen
Pronunciation
/ˈhaɪ̯lən/

Ορισμός και σημασία του "heilen"στα γερμανικά

heilen
[past form: heilte]
01

θεραπεύομαι, ιατρεύομαι

Gesund werden
heilen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
heile
γ΄ ενικό πρόσωπο
heilt
ενεστώτα μετοχή
heilend
απλός αόριστος
heilte
παθητική μετοχή
geheilt
Παραδείγματα
Nach dem Streit heilt die Freundschaft langsam.
Μετά τη διαμάχη, η φιλία θεραπεύεται αργά.
02

θεραπεύω, γιατρεύω

Jemanden oder etwas gesund machen
heilen definition and meaning
Παραδείγματα
Der Schamane heilt die Seele des Patienten.
Ο σαμάνος θεραπεύει την ψυχή του ασθενή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store