Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
heilen
[past form: heilte]
01
θεραπεύομαι, ιατρεύομαι
Gesund werden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
heile
γ΄ ενικό πρόσωπο
heilt
ενεστώτα μετοχή
heilend
απλός αόριστος
heilte
παθητική μετοχή
geheilt
Παραδείγματα
Nach dem Streit heilt die Freundschaft langsam.
Μετά τη διαμάχη, η φιλία θεραπεύεται αργά.
02
θεραπεύω, γιατρεύω
Jemanden oder etwas gesund machen
Παραδείγματα
Der Schamane heilt die Seele des Patienten.
Ο σαμάνος θεραπεύει την ψυχή του ασθενή.



























