heben
Pronunciation
/ˈheːbən/

Ορισμός και σημασία του "heben"στα γερμανικά

01

σηκώνω

Etwas nach oben bewegen
heben definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
hebe
γ΄ ενικό πρόσωπο
hebt
ενεστώτα μετοχή
hebend
απλός αόριστος
hob
παθητική μετοχή
gehoben
Παραδείγματα
Er hob das Kind auf seine Schultern.
Αυτός σήκωσε το παιδί στους ώμους του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store