Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
heben
01
σηκώνω
Etwas nach oben bewegen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
hebe
γ΄ ενικό πρόσωπο
hebt
ενεστώτα μετοχή
hebend
απλός αόριστος
hob
παθητική μετοχή
gehoben
Παραδείγματα
Er hob das Kind auf seine Schultern.
Αυτός σήκωσε το παιδί στους ώμους του.



























