heben
he
ˈhe:
χε
ben
bɐn
μπν
habenhegenhexenhüben

Ορισμός και σημασία του "heben"στα γερμανικά

01

σηκώνω

Etwas nach oben bewegen 
heben definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
hebe
γ΄ ενικό πρόσωπο
hebt
ενεστώτα μετοχή
hebend
απλός αόριστος
hob
παθητική μετοχή
gehoben
Παραδείγματα
Kannst du die Kiste heben? 

Μπορείς να σηκώσεις το κουτί σηκώσεις ;

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store