die haut
haut
haʊt
hawt
haupt

Ορισμός και σημασία του "haut"στα γερμανικά

01

δέρμα, επιδερμίδα

Die äußere Schicht des Körpers 
die Haut definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Häute
γενική πτώση
Haut
Παραδείγματα
Die Haut schützt den Körper. 

Το δέρμα προστατεύει το σώμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store