die hausarbeit
haus
haʊs
haws
ar
ar
beit
baɪt
bait
handarbeithauptarbeit

Ορισμός και σημασία του "hausarbeit"στα γερμανικά

Die Hausarbeit
01

οικιακές εργασίες, δουλειές του σπιτιού

Tägliche Arbeiten im Haushalt 
die Hausarbeit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Hausarbeit
πληθυντικός τύπος
Hausarbeiten
Παραδείγματα
Sonntags erledige ich die Hausarbeit. 

Τις Κυριακές, κάνω τις οικιακές εργασίες.

02

ερευνητική εργασία, ακαδημαϊκή εργασία

Eine schriftliche Arbeit an der Uni oder Schule 
die Hausarbeit definition and meaning
Παραδείγματα
Meine Hausarbeit über Klimawandel ist fällig. 

Η εργασία μου για την κλιματική αλλαγή είναι προθεσμία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store