Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Hang
01
πλαγιά, κλίση
geneigte Fläche eines Berges oder Hügels
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Hang(e)s
πληθυντικός τύπος
Hänge
Παραδείγματα
Der steile Hang stellte die Wanderer vor eine große Herausforderung.
Η απότομη πλαγιά αποτέλεσε μια μεγάλη πρόκληση για τους πεζοπόρους.
02
το χανγκ, το χανγκ ντραμ
modernes Handperkussionsinstrument aus Metall mit weichem, meditativen Klang, das mit den Händen gespielt wird
Παραδείγματα
Das Hang verbindet rhythmische Elemente mit schwebenden, harmonischen Obertönen.
Το hang συνδυάζει ρυθμικά στοιχεία με αιωρούμενες αρμονικές.



























