der handel
handel
handl
handl
hantel

Ορισμός και σημασία του "handel"στα γερμανικά

01

εμπόριο, συναλλαγή

Ein Geschäft, bei dem Waren oder Dienstleistungen gekauft und verkauft werden 
der Handel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Handels
πληθυντικός τύπος
Händel
Παραδείγματα
Der Handel mit Waren wächst jedes Jahr. 

Το εμπόριο εμπορευμάτων αυξάνεται κάθε χρόνο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store