Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Handball
01
χάντμπολ, χειροσφαίριση
Ein Mannschaftssport, bei dem zwei Teams einen Ball mit der Hand ins Tor werfen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Handball(e)s
πληθυντικός τύπος
Handbälle
Παραδείγματα
Der Handball ist in Europa sehr beliebt.
Το χάντμπολ είναι πολύ δημοφιλές στην Ευρώπη.
Λεξικό Δέντρο
handball
hand
ball



























