der handball
hand
ˈhant
hant
ball
bal
bal
handvoll

Ορισμός και σημασία του "handball"στα γερμανικά

01

χάντμπολ, χειροσφαίριση

Ein Mannschaftssport, bei dem zwei Teams einen Ball mit der Hand ins Tor werfen 
der Handball definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Handball(e)s
πληθυντικός τύπος
Handbälle
Παραδείγματα
Der Handball ist in Europa sehr beliebt. 

Το χάντμπολ είναι πολύ δημοφιλές στην Ευρώπη.

Λεξικό Δέντρο

handball

hand

+

ball

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store