Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Handball
[gender: masculine]
01
χάντμπολ, χειροσφαίριση
Ein Mannschaftssport, bei dem zwei Teams einen Ball mit der Hand ins Tor werfen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Handball(e)s
πληθυντικός τύπος
Handbälle
Παραδείγματα
Die Handballmannschaft trainiert jeden Tag intensiv.
Η ομάδα χειροσφαίρισης προπονείται εντατικά κάθε μέρα.
Λεξικό Δέντρο
handball
hand
ball



























