Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Handarbeit
01
χειροτεχνία, χειρονακτική εργασία
Etwas, das man mit den Händen bastelt oder näht
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Handarbeit
πληθυντικός τύπος
Handarbeiten
Παραδείγματα
Die Kinder machen in der Schule Handarbeiten.
Τα παιδιά κάνουν χειροτεχνίες στο σχολείο.



























