Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
haltbar
01
ανθεκτικός, διαρκής
Länger frisch oder ohne Schaden zu bleiben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am haltbarsten
συγκριτικός βαθμός
haltbarer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Konserven sind lange haltbar.
Οι κονσέρβες είναι ανθεκτικές.



























