der Hals
Pronunciation
/hals/

Ορισμός και σημασία του "hals"στα γερμανικά

Der Hals
[gender: masculine]
01

λαιμός

Der Teil zwischen Kopf und Körper
der Hals definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Halses
πληθυντικός τύπος
Hälse
Παραδείγματα
Der Schal ist für den Hals.
Το κασκόλ είναι για το λαιμό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store