die habgier
habgier
ha:pgi:ɐ̯
hapgi

Ορισμός και σημασία του "habgier"στα γερμανικά

01

απληστία, λαμογιά

Das starke Verlangen nach mehr Besitz oder Geld 
die Habgier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Habgier
Παραδείγματα
Seine Habgier kennt keine Grenzen. 

Η απληστία του δεν γνωρίζει όρια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store