die haarfarbe
haarfarbe
ha:ɐ̯faʁbə
hafarbē
hautfarbe

Ορισμός και σημασία του "haarfarbe"στα γερμανικά

01

χρώμα μαλλιών, απόχρωση μαλλιών

Die Farbe der Kopfhaare einer Person 
die Haarfarbe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Haarfarben
γενική πτώση
Haarfarbe
Παραδείγματα
Ihre natürliche Haarfarbe ist blond. 

Το φυσικό της χρώμα μαλλιών είναι ξανθό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

haarfarbe

haar

+

farbe

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store