das gummi
gu
ˈgʊ
goo
mmi
mi
mi

Ορισμός και σημασία του "gummi"στα γερμανικά

01

καουτσούκ, γόμα

Ein elastisches, flexibles Material 
das Gummi definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Gummis
Παραδείγματα
Der Reifen besteht aus Gummi. 

Το λάστιχο είναι κατασκευασμένο από καουτσούκ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store