gruselig
gru
ˈgʁu:
groo
se
lig
lɪk
lik

Ορισμός και σημασία του "gruselig"στα γερμανικά

01

τρομακτικός, ανατριχιαστικός

Etwas, das unheimliche Angst oder ein beklemmendes Gefühl auslöst 
gruselig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am gruseligsten
συγκριτικός βαθμός
gruseliger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Der verlassene Zirkus wirkte gruselig im Mondlicht. 

Το εγκαταλειμμένο τσίρκο φαινόταν τρομακτικό στο φως του φεγγαριού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store