Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Gruppe
[gender: feminine]
01
ομάδα, συλλογικό
Mehrere Personen oder Dinge, die zusammengehören
Παραδείγματα
Jeder Schüler gehört zu einer Gruppe.
Κάθε μαθητής ανήκει σε μια ομάδα.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ομάδα, συλλογικό