Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
grunzen
[past form: grunzte]
01
γρυλλίζω, μουγκρίζω
Der raue Laut, den Schweine machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
grunze
γ΄ ενικό πρόσωπο
grunzt
ενεστώτα μετοχή
grunzend
απλός αόριστος
grunzte
παθητική μετοχή
gegrunzt
Παραδείγματα
Die Kinder fanden das Grunzen der Schweine lustig.
Τα παιδιά βρίσκουν γρυλίσματα των χοίρων αστεία.



























