grunzen
grunzen
gʁʊntsn
groontsn
grenzen

Ορισμός και σημασία του "grunzen"στα γερμανικά

grunzen
01

γρυλλίζω, μουγκρίζω

Der raue Laut, den Schweine machen 
grunzen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
grunze
γ΄ ενικό πρόσωπο
grunzt
ενεστώτα μετοχή
grunzend
απλός αόριστος
grunzte
παθητική μετοχή
gegrunzt
Παραδείγματα
Die Schweine grunzen im Stall. 

Τα γουρούνια γρυλίζουν στο στάβλο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store