grunzen
Pronunciation
/ˈɡʁʊnt͡sn̩/

Ορισμός και σημασία του "grunzen"στα γερμανικά

grunzen
[past form: grunzte]
01

γρυλλίζω, μουγκρίζω

Der raue Laut, den Schweine machen
grunzen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
grunze
γ΄ ενικό πρόσωπο
grunzt
ενεστώτα μετοχή
grunzend
απλός αόριστος
grunzte
παθητική μετοχή
gegrunzt
Παραδείγματα
Die Kinder fanden das Grunzen der Schweine lustig.
Τα παιδιά βρίσκουν γρυλίσματα των χοίρων αστεία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store