Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
grundsätzlich
01
θεμελιώδης, αρχικός
Allgemein gültig oder von grundlegender Bedeutung
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am grundsätzlichsten
συγκριτικός βαθμός
grundsätzlicher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das ist eine grundsätzliche Regel, die immer gilt.
Αυτός είναι ένας θεμελιώδης κανόνας που ισχύει πάντα.



























