der grundstein
grund
gʁʊnt
γκρουντ
stein
ʃtaɪ̯n
σταιν

Ορισμός και σημασία του "grundstein"στα γερμανικά

Der Grundstein
01

ακρογωνιαίος λίθος, θεμέλιο

Fundament für etwas Theoretisches oder Beziehungsbezogenes 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Grundsteine
γενική πτώση
Grundstein(e)s
Παραδείγματα
Innovation bildet den Grundstein unseres Geschäftsmodells. 

Η καινοτομία αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του επιχειρηματικού μας μοντέλου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store