Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Grundstein
01
ακρογωνιαίος λίθος, θεμέλιο
Fundament für etwas Theoretisches oder Beziehungsbezogenes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Grundsteine
γενική πτώση
Grundstein(e)s
Παραδείγματα
Innovation bildet den Grundstein unseres Geschäftsmodells.
Η καινοτομία αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του επιχειρηματικού μας μοντέλου.
LanGeek



























