grillen
Pronunciation
/ˈɡrɪlən/

Ορισμός και σημασία του "grillen"στα γερμανικά

grillen
01

ψήνω στη σχάρα, κάνω μπάρμπεκιου

speisen über offenem Feuer oder auf einem Grill garen
grillen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
grille
γ΄ ενικό πρόσωπο
grillt
ενεστώτα μετοχή
grillend
απλός αόριστος
grillte
παθητική μετοχή
gegrillt
Παραδείγματα
Ich grille oft am Wochenende.
Συχνά ψήνω στο γκριλ το σαββατοκύριακο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store