Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
grillen
01
ψήνω στη σχάρα, κάνω μπάρμπεκιου
speisen über offenem Feuer oder auf einem Grill garen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
grille
γ΄ ενικό πρόσωπο
grillt
ενεστώτα μετοχή
grillend
απλός αόριστος
grillte
παθητική μετοχή
gegrillt
Παραδείγματα
Ich grille oft am Wochenende.
Συχνά ψήνω στο γκριλ το σαββατοκύριακο.



























