der grill
grill
gʁɪl
gril
aprilstill

Ορισμός και σημασία του "grill"στα γερμανικά

01

σχάρα, μπάρμπεκιου

Gerät zum Garen von Speisen über offenem Feuer oder Glut 
der Grill definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Grills
γενική πτώση
Grills
Παραδείγματα
Wir machen heute Abend den Grill an. 

Ανάβουμε το γκριλ απόψε.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store