Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Grill
[gender: masculine]
01
σχάρα, μπάρμπεκιου
Gerät zum Garen von Speisen über offenem Feuer oder Glut
Παραδείγματα
Auf dem Grill liegen Würstchen und Gemüse.
Στο γκριλ υπάρχουν λουκάνικα και λαχανικά.


























