Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Griff
01
λαβή, χειρολαβή
Der Teil von einem Werkzeug oder Gegenstand, den man hält
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Griff(e)s
πληθυντικός τύπος
Griffe
Παραδείγματα
Manchmal muss man den Griff reparieren.
Μερικές φορές πρέπει να επισκευαστεί η λαβή.



























