der griff
griff
gʁɪf
grif
schiff

Ορισμός και σημασία του "griff"στα γερμανικά

01

λαβή, χειρολαβή

Der Teil von einem Werkzeug oder Gegenstand, den man hält 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Griffe
γενική πτώση
Griff(e)s
Παραδείγματα
Der Griff der Tür ist aus Metall. 

Η λαβή της πόρτας είναι κατασκευασμένη από μέταλλο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store