der gletscher
gletscher
glɛʧɐ
glech

Ορισμός και σημασία του "gletscher"στα γερμανικά

01

παγετώνας, παγετώνας

Eine große Masse aus Eis, die langsam einen Berg hinunterfließt 
der Gletscher definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Gletscher
γενική πτώση
Gletschers
Παραδείγματα
Der Gletscher schmilzt wegen des Klimawandels. 

Ο παγετώνας λιώνει λόγω της κλιματικής αλλαγής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store