Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Glaubwürdigkeit
01
Eigenschaft, wahr, zuverlässig und überzeugend zu wirken
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Der Skandal hat die Glaubwürdigkeit des Ministers schwer beschädigt.



























