der Glaube
Pronunciation
/ˈɡlaʊ̯bə/

Ορισμός και σημασία του "glaube"στα γερμανικά

01

πίστη, πεποίθηση

Das Vertrauen oder die Überzeugung an etwas, das oft über das Wissen hinausgeht
der Glaube definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Glaubens
πληθυντικός τύπος
Glauben
Παραδείγματα
Jeder Mensch hat das Recht auf seinen eigenen Glauben.
Κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα στη δική του πίστη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store