Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Glaube
01
πίστη, πεποίθηση
Das Vertrauen oder die Überzeugung an etwas, das oft über das Wissen hinausgeht
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Glaubens
πληθυντικός τύπος
Glauben
Παραδείγματα
Sein Glaube an Gott gibt ihm Kraft im Alltag.
Η πίστη του στον Θεό του δίνει δύναμη στην καθημερινή ζωή.



























