der glaube
glaube
glaʊ̯bə
glawbē
gaube

Ορισμός και σημασία του "glaube"στα γερμανικά

01

πίστη, πεποίθηση

Das Vertrauen oder die Überzeugung an etwas, das oft über das Wissen hinausgeht 
der Glaube definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Glauben
γενική πτώση
Glaubens
Παραδείγματα
Sein Glaube an Gott gibt ihm Kraft im Alltag. 

Η πίστη του στον Θεό του δίνει δύναμη στην καθημερινή ζωή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store