Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Gitarre
[gender: feminine]
01
κιθάρα, κιθάρα
Ein Musikinstrument mit Saiten, das meist mit den Fingern oder einem Plektrum gespielt wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Gitarre
πληθυντικός τύπος
Gitarren
Παραδείγματα
Meine Schwester hat eine rote Gitarre.
Η αδερφή μου έχει ένα κόκκινο κιθάρα.



























