giftig
Pronunciation
/ˈɡɪftɪç/

Ορισμός και σημασία του "giftig"στα γερμανικά

01

δηλητηριώδης, τοξικός

Gesundheitsgefährdend oder tödlich wirkend durch enthaltene Giftstoffe
giftig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
giftigsten
συγκριτικός βαθμός
giftiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Der giftige Rauch verbreitete sich schnell.
Ο τοξικός καπνός εξαπλώθηκε γρήγορα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store