Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Gewissenhaftigkeit
01
συνειδησιότητα, επιμέλεια
Sorgfältige und verantwortungsbewusste Erfüllung von Aufgaben unter Beachtung ethischer und professioneller Standards
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Gewissenhaftigkeit
Παραδείγματα
Seine Gewissenhaftigkeit zeigt sich in fehlerfreien Finanzberichten.
Η ευσυνειδησία του εκδηλώνεται σε αναφορές χωρίς λάθη.



























