Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gewinnen
01
κερδίζω
Einen Wettbewerb, ein Spiel oder einen Preis erfolgreich abschließen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
gewinne
γ΄ ενικό πρόσωπο
gewinnt
ενεστώτα μετοχή
gewinnend
απλός αόριστος
gewann
παθητική μετοχή
gewonnen
Παραδείγματα
Hast du schon einmal etwas gewonnen?
Έχεις κερδίσει ποτέ κάτι;



























