gewinnen
ge
γκα
wi
ˈvɪ
βι
nnen
nɐn
νν
gerinnengeronnengewöhnengewonnen

Ορισμός και σημασία του "gewinnen"στα γερμανικά

gewinnen
01

κερδίζω

Einen Wettbewerb, ein Spiel oder einen Preis erfolgreich abschließen 
gewinnen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
gewinne
γ΄ ενικό πρόσωπο
gewinnt
ενεστώτα μετοχή
gewinnend
απλός αόριστος
gewann
παθητική μετοχή
gewonnen
Παραδείγματα
Er will das Spiel gewinnen. 

Θέλει να κερδίσει το παιχνίδι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store