Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Gewinn
01
βραβείο, κέρδος
Etwas, das man bei einem Spiel oder Wettbewerb bekommt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Gewinn(e)s
πληθυντικός τύπος
Gewinne
Παραδείγματα
Ich habe einen Gewinn im Lotto gemacht.
Έκανα ένα κέρδος στο λαχείο.
02
κέρδος, όφελος
Geld, das nach Abzug der Kosten übrig bleibt
Παραδείγματα
Die Firma machte im letzten Jahr viel Gewinn.
Η εταιρεία πραγματοποίησε πολλά κέρδη πέρυσι.



























