der gewinn
ge
γκε
winn
ˈvɪn
βιν
beginndahindorthinwohin

Ορισμός και σημασία του "gewinn"στα γερμανικά

01

βραβείο, κέρδος

Etwas, das man bei einem Spiel oder Wettbewerb bekommt 
der Gewinn definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Gewinne
γενική πτώση
Gewinn(e)s
Παραδείγματα
Ich habe einen Gewinn im Lotto gemacht. 

Έκανα ένα κέρδος στο λαχείο.

02

κέρδος, όφελος

Geld, das nach Abzug der Kosten übrig bleibt 
der Gewinn definition and meaning
Παραδείγματα
Die Firma machte im letzten Jahr viel Gewinn. 

Η εταιρεία πραγματοποίησε πολλά κέρδη πέρυσι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store