Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gestalten
[past form: gestaltete]
01
σχεδιάζω, διαμορφώνω
Etwas nach bestimmten Vorstellungen formen, arrangieren oder kreativ entwickeln
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
gestalte
γ΄ ενικό πρόσωπο
gestaltet
ενεστώτα μετοχή
gestaltend
απλός αόριστος
gestaltete
παθητική μετοχή
gestaltet
Παραδείγματα
Wie soll ich die Präsentationsfolien gestalten?
Πώς πρέπει να σχεδιάσω τις διαφάνειες της παρουσίασης ;



























