Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gestalten
01
σχεδιάζω, διαμορφώνω
Etwas nach bestimmten Vorstellungen formen, arrangieren oder kreativ entwickeln
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
gestalte
γ΄ ενικό πρόσωπο
gestaltet
ενεστώτα μετοχή
gestaltend
απλός αόριστος
gestaltete
παθητική μετοχή
gestaltet
Παραδείγματα
Sie gestaltet die Website modern und benutzerfreundlich.
Αυτή σχεδιάζει τον ιστότοπο να είναι μοντέρνος και φιλικός προς τον χρήστη.



























