das gespräch
ges
ˈgəʃ
gēsh
präch
pʁɛ:ç
prech

Ορισμός και σημασία του "gespräch"στα γερμανικά

01

συνομιλία, συζήτηση

Wenn zwei oder mehr Personen miteinander reden 
das Gespräch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Gespräche
γενική πτώση
Gespräch(e)s
Παραδείγματα
Wir hatten ein langes Gespräch. 

Είχαμε μια μεγάλη συζήτηση.

02

τηλεφωνική συνομιλία, τηλεφωνική κλήση

Ein Telefonat mit jemandem 
das Gespräch definition and meaning
Παραδείγματα
Ich habe ein Gespräch mit meiner Mutter. 

Έχω μια συνομιλία με τη μητέρα μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store