Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Gespräch
[gender: neuter]
01
συνομιλία, συζήτηση
Wenn zwei oder mehr Personen miteinander reden
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Gespräch(e)s
πληθυντικός τύπος
Gespräche
Παραδείγματα
Das Gespräch dauerte eine Stunde.
Η συζήτηση διήρκησε μία ώρα.
02
τηλεφωνική συνομιλία, τηλεφωνική κλήση
Ein Telefonat mit jemandem
Παραδείγματα
Wie lange dauerte das Gespräch?
Πόσο διήρκησε η συνομιλία ;



























