das gesicht
ge
sicht
ˈzɪçt
zicht
gesuchtgewichtgerichtgedicht

Ορισμός και σημασία του "gesicht"στα γερμανικά

01

πρόσωπο, μούτρο

Der vordere Teil vom Kopf 
das Gesicht definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Gesichter
γενική πτώση
Gesicht(e)s
Παραδείγματα
Er hat ein freundliches Gesicht. 

Έχει ένα φιλικό πρόσωπο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store