geschlechtlich
Pronunciation
/ɡəʃlˈɛçtlɪç/

Ορισμός και σημασία του "geschlechtlich"στα γερμανικά

geschlechtlich
01

σχετικός με το φύλο, όσον αφορά το φύλο

Die soziale, psychologische oder kulturelle Dimension des Geschlechts betreffend
geschlechtlich definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Diese App hilft bei geschlechtlicher Selbstfindung.
Αυτή η εφαρμογή βοηθά στην αυτοανακάλυψη του φύλου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store