das Geschirr
Pronunciation
/gɛˈʃɪɐ̯/

Ορισμός και σημασία του "geschirr"στα γερμανικά

Das Geschirr
[gender: neuter]
01

πιάτα, σκεύη τραπέζης

Teller, Tassen und Schüsseln zum Essen und Trinken
das Geschirr definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Geschirr(e)s
πληθυντικός τύπος
Geschirre
Παραδείγματα
Wir brauchen neues Geschirr.
Χρειαζόμαστε νέα σερβίτσια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store