Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
geschieden
01
διαζευγμένος, νόμιμα διαζευγμένος
Nicht mehr verheiratet nach einer Scheidung
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Mein Onkel ist seit drei Jahren geschieden.
Ο θείος μου είναι διαζευγμένος εδώ και τρία χρόνια.



























