das geschehen
gesch
ˈgəʃ
gēsh
e
e:
e
hen
ən
ēn
geschorengestehengeschoben

Ορισμός και σημασία του "geschehen"στα γερμανικά

01

γεγονός, συμβάν

Ablauf oder Inhalt von Ereignissen 
das Geschehen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Geschehens
Παραδείγματα
Das Geschehen auf der Straße war verwirrend. 

Η εξέλιξη των γεγονότων στο δρόμο ήταν μπερδεμένη.

geschehen
01

συμβαίνει, συμβαίνει

Sich ereignen 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
geschehe
γ΄ ενικό πρόσωπο
geschieht
ενεστώτα μετοχή
geschehend
απλός αόριστος
geschah
παθητική μετοχή
geschehen
Παραδείγματα
Was ist hier geschehen? 

Τι συνέβη εδώ;

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store