Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Geschehen
01
γεγονός, συμβάν
Ablauf oder Inhalt von Ereignissen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Geschehens
Παραδείγματα
Das Geschehen auf der Straße war verwirrend.
Η εξέλιξη των γεγονότων στο δρόμο ήταν μπερδεμένη.
geschehen
01
συμβαίνει, συμβαίνει
Sich ereignen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
geschehe
γ΄ ενικό πρόσωπο
geschieht
ενεστώτα μετοχή
geschehend
απλός αόριστος
geschah
παθητική μετοχή
geschehen
Παραδείγματα
Was ist hier geschehen?
Τι συνέβη εδώ;



























