das geräusch
geräusch
gɛʁɔɪ̯ʃ
geroysh

Ορισμός και σημασία του "geräusch"στα γερμανικά

01

θόρυβος, ήχος

Ein meist unangenehmer oder auffälliger Ton, den man hört 
das Geräusch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Geräusche
γενική πτώση
Geräusch(e)s
Παραδείγματα
Das Geräusch der Musik erfüllte den ganzen Raum. 

Ο ήχος της μουσικής γέμισε ολόκληρο το δωμάτιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store