der general
ge
ge
γκε
ne
ne
νε
ral
ˈʁa:l
ραλ
generell

Ορισμός και σημασία του "general"στα γερμανικά

01

στρατηγός

Ein hoher Offizier in der Armee mit viel Verantwortung 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Generale,Generäle
αρσενικό ενικό
General
θηλυκό ενικό
Generalin
neutral form
Militärführer
γενική πτώση
Generals
Παραδείγματα
Der General gibt den Befehl. 

Ο στρατηγός δίνει την εντολή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store