genehmigen
genehmigen
gənaɛ̯mɪgng
gēnaemigng

Ορισμός και σημασία του "genehmigen"στα γερμανικά

genehmigen
01

εγκρίνω, εξουσιοδοτώ

Offizielle Erlaubnis erteilen 
genehmigen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
genehmige
γ΄ ενικό πρόσωπο
genehmigt
ενεστώτα μετοχή
genehmigend
απλός αόριστος
genehmigte
παθητική μετοχή
genehmigt
Παραδείγματα
Die Behörde hat das Bauprojekt genehmigt. 

Η αρχή εγκρίνει το έργο κατασκευής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store