genehmigen
Pronunciation
/ɡəˈneːmiɡən/

Ορισμός και σημασία του "genehmigen"στα γερμανικά

genehmigen
[past form: genehmigte]
01

εγκρίνω, εξουσιοδοτώ

Offizielle Erlaubnis erteilen
genehmigen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
genehmige
γ΄ ενικό πρόσωπο
genehmigt
ενεστώτα μετοχή
genehmigend
απλός αόριστος
genehmigte
παθητική μετοχή
genehmigt
Παραδείγματα
Die Schule genehmigt die Verwendung von Taschenrechnern.
Το σχολείο εγκρίνει τη χρήση υπολογιστών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store