Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
genehmigen
01
εγκρίνω, εξουσιοδοτώ
Offizielle Erlaubnis erteilen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
genehmige
γ΄ ενικό πρόσωπο
genehmigt
ενεστώτα μετοχή
genehmigend
απλός αόριστος
genehmigte
παθητική μετοχή
genehmigt
Παραδείγματα
Die Behörde hat das Bauprojekt genehmigt.
Η αρχή εγκρίνει το έργο κατασκευής.



























