Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gemeinnützig
01
μη κερδοσκοπικός, για το κοινό καλό
Eine Organisation oder Tätigkeit, die dem Gemeinwohl dient und keinen Gewinn an Einzelpersonen ausschüttet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am gemeinnützigsten
συγκριτικός βαθμός
gemeinnütziger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Gemeinnützige Projekte erhalten oft staatliche Förderung.
Τα έργα μη κερδοσκοπικά λαμβάνουν συχνά κρατική χρηματοδότηση.



























