Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gelingen
01
επιτυγχάνω, κατορθώνω
Etwas schaffen oder erfolgreich sein
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
gelinge
γ΄ ενικό πρόσωπο
gelingt
ενεστώτα μετοχή
gelingend
απλός αόριστος
gelang
παθητική μετοχή
gelungen
Παραδείγματα
Es gelang mir, das Problem zu lösen.
Κατάφερα να λύσω το πρόβλημα.



























