gelingen
ge
ge
lin
ˈlɪn
lin
gen
gən
gēn
gefangengelittengeliehengesungen

Ορισμός και σημασία του "gelingen"στα γερμανικά

gelingen
01

επιτυγχάνω, κατορθώνω

Etwas schaffen oder erfolgreich sein 
gelingen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
gelinge
γ΄ ενικό πρόσωπο
gelingt
ενεστώτα μετοχή
gelingend
απλός αόριστος
gelang
παθητική μετοχή
gelungen
Παραδείγματα
Es gelang mir, das Problem zu lösen. 

Κατάφερα να λύσω το πρόβλημα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store