die Gelegenheit
Pronunciation
/ɡəˈleːɡənhaɪ̯t/

Ορισμός και σημασία του "gelegenheit"στα γερμανικά

Die Gelegenheit
01

ευκαιρία, περίσταση

Ein günstiger Moment oder Umstand, um etwas zu tun
die Gelegenheit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Gelegenheit
πληθυντικός τύπος
Gelegenheiten
Παραδείγματα
Man sollte jede Gelegenheit zum Lernen nutzen.
Πρέπει να αξιοποιεί κανείς κάθε ευκαιρία για μάθηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store