Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Gelegenheit
[gender: feminine]
01
ευκαιρία, περίσταση
Ein günstiger Moment oder Umstand, um etwas zu tun
Παραδείγματα
Man sollte jede Gelegenheit zum Lernen nutzen.
Πρέπει να αξιοποιεί κανείς κάθε ευκαιρία για μάθηση.


























