die geldbörse
geldbörse
gɛltbœʁsə
geltboersē
geldbusse

Ορισμός και σημασία του "geldbörse"στα γερμανικά

Die Geldbörse
01

πορτοφόλι, κασκόλ

Eine kleine Tasche für Geld 
die Geldbörse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Geldbörsen
γενική πτώση
Geldbörse
Παραδείγματα
Ich habe meine Geldbörse verloren. 

Έχασα το πορτοφόλι μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

geldbörse

geld

+

börse

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store