Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Gegenspieler
01
αντίπαλος, ανταγωνιστής
Jemand, der gegen eine andere Person spielt oder in Konkurrenz steht
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Gegenspielers
πληθυντικός τύπος
Gegenspieler
Παραδείγματα
Sein Gegenspieler war sehr erfahren.
Ο αντίπαλός του ήταν πολύ έμπειρος.



























