Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Gegenseitigkeit
01
αμοιβαιότητα, αλληλοβοήθεια
Ein Prinzip, bei dem Handlungen, Rechte oder Pflichten zwischen zwei Parteien wechselseitig ausgeübt oder erfüllt werden
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Gegenseitigkeiten
γενική πτώση
Gegenseitigkeit
Παραδείγματα
Gegenseitigkeit schafft Vertrauen zwischen Partnern.
Η αμοιβαιότητα δημιουργεί εμπιστοσύνη μεταξύ των συνεργατών.
LanGeek



























