Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Gegend
[gender: feminine]
01
περιοχή, ζώνη
Ein bestimmter Teil eines Landes oder Ortes
Παραδείγματα
Wir machen Urlaub in einer ländlichen Gegend.
Κάνουμε διακοπές σε μια αγροτική περιοχή.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
περιοχή, ζώνη